Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Αναφορά στον Γκρέκο Ν.Καζαντζάκης


Νίκος Καζαντζάκης: «ο αγώνας, ο κρίσιμος είναι η πράξη»

Ο Καζαντζάκης πιστεύει ότι πάνω απ’ όλα είναι η πράξη. Γράφει προς τη Γαλάτεια «… ο αγώνας, ο κρίσιμος είναι η πράξη». Σε μια άλλη δική του, αυθεντική δηλαδή μαρτυρία, μας λέει για τον εαυτό του: «ΚαζαντζάκηςΜε θεωρούν λόγιο, διανοούμενο, γραφιά! Και δεν είμαι τίποτα από αυτά. Τα δάχτυλά μου όταν γράφω δεν μελανώνονται, αιματώνονται. Θαρρώ πως δεν είμαι παρά μια απροσκύνητη ψυχή».
Ο Καζαντζάκης μας θυμίζει τον μέγιστο φιλόσοφο Πλάτωνα, που μόνο όταν δεν τον έκαμε δεκτό η πολιτική ζωή της Αθήνας και μόνο κάτω από την επίδραση του Σωκράτη κατέληξε στη φιλοσοφία.
Ο Καζαντζάκης μαζί με την ποίησή του, τα ταξιδιωτικά του, τα δοκίμια του τα φιλοσοφικά, και τα μυθιστορήματά του, μας κληροδότησε και μια τεράστια παράδοση ενός ασταμάτητου αγώνα. Ας μην ξεχνάμε όμως και τον Βιτζέντζο Κορνάρο που μας λέει ότι από όλα τα προτερήματα του ανθρώπου τα λόγια έχουν τη χάρη. Έτσι κι αλλιώς ο Καζαντζάκης είναι ένα τεράστιο πνευματικό ανάστημα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου είπε τότε ότι «ο Καζαντζάκης έχει μυαλό από τα μαλλιά μέχρι τα πόδια, ακόμη και τα κόκκαλά του έχουν μυαλό».
Ο Καζαντζάκης είναι ασυμβίβαστος προς το κοινωνικό και πολιτικό, συντηρητικό, κατεστημένο της εποχής του. Ενώ μάλιστα είναι ένθεος, είναι ασυμβίβαστος και προς την εξουσία της εκκλησίας. Μας λέει ο Παλαμάς ότι ο Καζαντζάκης προτιμά την ποίηση της θρησκείας από την εξουσία της εκκλησίας. Προτάθηκε επανειλημμένα για το Nobel λογοτεχνίας. Δεν τον υποστήριξε η εκκλησία και η κυβέρνηση. Δεν πρόλαβε να το πάρει.

Ο Τελευταιος πειρασμός Ν.Καζαντζάκης



«'Eνιωσε φοβερούς πόνους στα χέρια, στα πόδια και στην καρδιά του·
ξεθάμπωσαν τα μάτια του, είδε το αγκάθινο στεφάνι, τα αίματα, το σταυρό, και μέσα στο σκοτεινιασμένον ήλιο δύο χρυσοί χαλκάδες στραφτάλισαν και δύο σειρές κοφτερά κάτασπρα δόντια· δροσερό περιπαιχτικό γέλιο ακούστηκε, χαλκάδες και δόντια αφανίστηκαν
απόμεινε ο Iησούς κρεμασμένος στον αγέρα, μόνος.
Τίναξε το κεφάλι κι ολομεμιάς θυμήθηκε πού βρίσκουνταν, ποιός ήταν και γιατί πονούσε.
Άγρια αδάμαστη χαρά τον συνεπήρε, όχι, όχι δεν ήταν άναντρος, λιποτάχτης, προδότης,
όχι, όχι ήταν καρφωμένος στον σταυρό, τίμια στάθηκε ως το τέλος, κράτησε το λόγο του,
μια αστραπή, τη στιγμή που φώναξε "Ηλί !Ηλί !"και λιποθύμησε,
τον άρπαξε ο Πειρασμός και τον πλάνεσε, ψέματα οι χαρές, οι παντρειές, τα παιδιά.
Ψέματα τα χούφταλα, ξευτιλισμένα γεροντάκια, που τον φώναζαν άναντρο, λιποτάχτη, προδότη.
Όλα, όλα φαντάσματα του Πονηρού!
Ζουν και βασιλεύουν οι Μαθητές του, πήραν τις στεριές και τις θάλασσες και διαλαλούν το Καλό Μαντάτο.
Τα πάντα έγιναν όπως πρέπει,δόξα σοι ο Θεός!
Έσυρε φωνή θριαμβευτικιά:
-Τετέλεσται !
κι ήταν σα να λεγε: Όλα αρχίζουν.